Panathinaikos και ελεφαντίνα

Κάποιοι μιλούν στο δίπλα τραπέζι και καταφέρνω να ακούω αρκετά πράγματα. Δείχνουν «μες στην πιάτσα» τύποι-αν ήταν τίποτα πιτσιρικάδες ή άσχετοι δεν θα σου το ‘λεγα καν. Ομιλούν χαμηλόφωνα, ωστόσο φημίζομαι για την ακοή μου. Μη στα πολυλογώ, κάποιος είπε κάποιου πως κάποιος είπε σε έναν Κινέζο τη λέξη «Panathinaikos» ! Φήμες. Αδιασταύρωτες πληροφορίες. Προκαλούν, ταράζουν, αλλά δεν έχουν αξία γιατί δεν είναι διασταυρωμένες. Μαλακίες της καφετέριας, δηλαδή. Εντωμεταξύ το προχώρησαν κι άλλο το πράγμα, οι τύποι. Είπαν και όνομα, Κάρλος Τέβεζ. Το αφήνω εκεί όμως, δίνοντας πιθανότητες 99.999% να είναι μπαρούφες αυτά που άκουσα. Κάποιος είπε κάποιου, που το είπε σε κάποιον, και φέξε μου και γλίστρησα. Μην έχεις ελπίδες πολλές δηλαδή, γιατί ομάδα που θέλει 70 εκατομμύρια απλώς για να επιβιώσει, δύσκολα αγοράζεται, δεν υπάρχει μεγάλη ελπίδα. Ναι μεν λοιπόν η ελπίδα πάντα τελευταία πεθαίνει, αλλά εμείς οφείλουμε να κρατάμε μικρό καλάθι και ταυτόχρονα να «προετοιμάζουμε την τύχη μας» και να μην περιμένουμε αδρανείς από ουρανοκατέβατα τζίνια να μας εκπληρώσουν τους πόθους.Το προχωρώ περί μικρού καλαθιού… Περπατούσα που λες προχθές βράδυ στο Π. Φάληρο. Μπροστά μου προπορεύονται δύο σαραντάρες μπακατέλες, η μία 90 κιλά και η άλλη περίπου 120 κιλά. Κυριολεκτώ ως προς τα βάρη. Ψιθύριζαν κάτι περί αντρών. Πλησιάζουνε σε ένα μπαρ. Ξαφνικά η μία, η πιο χοντρή, λέει στην άλλη: «Λες να είναι μέσα? Να πάω να του μιλήσω, ή να κάτσω και να περιμένω αν θα ‘ρθει να με χαιρετήσει?» και έκανε ένα πονηρό γέλιο. Σταματάνε μπροστά στην πόρτα του μπαρ, η «120» ετοιμάζεται να μπει, η άλλη της λέει με νόημα «άντε, καλή διασκέδαση, σου εύχομαι να μην κοιμηθείς έως το πρωΐ!» . Η «120» γελάει και της απαντά βιαστικά «απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί, πάω , μπαίνω μέσα, θα σε πάρω το μεσημέρι να σου πω! » . Δηλαδή, υποθέτω-και μάλλον δεν πέφτω έξω- ήλπιζε η χοντρή πως αυτός ο τύπος θα την πλησιάσει, ή -αν δεν το κάνει αυτός-θα το κάνει αυτή- θα τα βρούνε και μέχρι το πρωΐ που θα βγουν από το μπαρ, θα πάνε στο σπίτι κάποιου-ή κάπου αλλού και θα «τη βρούνε» . Και λέω ‘γω, ο κακός: Που πας μωρή σαβουρομπανέλα? Έχεις κοιταχτεί πως είσαι? Αν σε βάλω μπρούμυτα και με σπρέϋ χαράξω ένα «Η» απάνω στα κωλομέρια σου, θα προσγειωθεί Σινούκ. Ελικοδρόμιο είσαι πίσω. Σκέφτεσαι τον άλλον να έχει κανα «φιρφιρίκι» και να πάνε να κάνουν πλαγιαστό? Μιλάμε θα εξαφανιστεί όλος μέσα στα λίπη. Αυτό δε θα ήταν ηδονή, τρίψιμο λιπών και παραγωγή μουρουνόλαδου θα ήταν, και μάλιστα μικρής ποσότητας και κακής ποιότητας ώστε να πεις πως τουλάχιστον θα βγάλεις μουρουνόλαδο να πουλήσεις. Αν δεν ξέρεις τι σημαίνει «φιρφιρίκι», ψάξτο. Όχι, δεν είναι το Σύνθετο Δίδυμο, όχι, δεν είναι ούτε είδος μήλου και όχι, (προς Θεού) δεν μιλάμε για σένα τσολιά μου, ξέρουμε, εσύ είσαι «προικισμένος» . Πώωω, τώρα θυμήθηκα μια ανεκδοτάρα: Πάει ένας «προικισμένος» σε ένα μαγαζί με Αποκριάτικα, θέλει να ντυθεί «Αδάμ» . Μπαίνει μέσα, και ζητά ένα φύλλο συκής. Ο μαγαζάτορας του φέρνει ένα φύλλο συκής, το δοκιμάζει ο δικός σου, αλλά δεν τον «καλύπτει» . Μη στα πολυλογώ, την 5η φορά που δοκιμάζει, δοκιμάζει ένα πράγμα τόσο μεγάλο, που πιο πολύ σε χαλάκι πόρτας έκανε, παρά σε φύλλο συκής. Αλλά ούτε αυτό του κάνει, του προικισμένου. Εκνευρισμένος ο μαγαζάτορας του λέει: «Σταθείτε μισό λεπτό, κύριε, επιστρέφω» . Μετά από λίγο επιστρέφει από την αποθήκη κρατώντας μια μάσκα βυθού και ένα ζεύγος βατραχοπέδιλα. «Δοκιμάστε αυτά, κύριε» του λέει. Ο προικισμένος του απαντά «τι να δοκιμάσω κύριέ μου, εγώ Αδάμ θέλω να ντυθώ» . Οπότε ο μαγαζάτορας του λέει «ναι κύριε, αλλά με τέτοιο μέγεθος, καλύτερα βάλτε τη στο στόμα σας-για αναπνευστήρα, περάστε και τους όρχεις σας πίσω στην πλάτη-για μπουκάλες και ντυθείτε βατραχάνθρωπος-πιο εύκολο θα είναι» . Τι λέγαμε? Α ναι, η χοντρή. Μουρουνόλαδο θα βγάλει, άσε που δε θα «ακούσει» και τίποτα αν ο άλλος είναι κανάς φιρφιρίκος. Γιατί μετά θα γίνει σαν το ανέκδοτο με την ελεφαντίνα (μπα σε καλό μου σήμερα με τ’ ανέκδοτα): Θέλει σαν τρελλός να την απαυτώσει την ελεφαντίνα ο λαγός. Τρελλή καψούρα έχει με την πάρτη της αλλά αυτή δεν του κάθεται. Παρακάλι στο παρακάλι, βλέπει ένα πρωΐ την ελεφαντίνα κάτω από μια καρυδιά και της την ξαναπέφτει για πολλοστή φορά. Τελικά, απηυδισμένη η ελεφαντίνα ενδίδει και του λέει «ώχου μωρέ λαγέ, άϊντε, ανέβα πάνω μου να δούμε τι θα καταλάβεις…» . Ξαναμμένος ο λαγός ορμά απάνω της και ξεκινά να «σπρώξει» . Αρχίζει να χτυπιέται και να τα δίνει όλα. Η ελεφαντίνα -εννοείται- δεν «καταλαβαίνει» τίποτα, από έναν λαγό τι να «ακούσει» μια ελεφαντίνα? Σε μια φάση μια μύγα την ενοχλεί και η ελεφαντίνα ξύνεται στον κορμό της καρυδιάς. Κουνιέται η καρυδιά, πέφτει μια καρύδα στο κεφάλι της, και η ελεφαντίνα σκούζει «Άουτς!» … οπότε ο λαγός της λέει: «μωρό μου, σε πόνεσα?» . Έτσι που λες. Πρέπει να έχουν υπομονή οι ζέλες και να μην πέφτουν με τα μούτρα σε ό,τι σόττο ακούγεται στην πιάτσα. Και να «προαλοίφουν» την όποια ελπίδα βάζοντας τις βάσεις για να έρθει η ελπίδα αυτή. Πρώτα να βάλουν παιδάκια από την Παιανία να παίξουν. Ταλέντα, που να πονάνε τη φανέλα. Και που δεν θα κοστίζουν. Ας πέσουν, ο λαός θα γουστάρει όμως. Η δε χοντρή, πρέπει να χάσει μάζα πρώτα, και μετά να μπουκάρει βιαστική και ξαναμμένη στα μπαρ.  Γιατί αν -ο μη γένοιτο- ο τύπος στο μπαρ την αποπάρει όπως την αποπήρα εγώ εδώ, αυτή μετά θα πάει σπίτι, θα πάρει μια μερέντα κι ένα κιλό παγωτό χύμα, θα ρίξει τη μερέντα όλη μες στο παγωτό βλέποντας «Νόματζ» , θα πάρει 2 κιλά λίπους σε 1 ώρα μέσα, στην οποία αυτή ώρα θα έχει ρίξει 808 κατάρες στην Ζώη και στην Κολέτσα και στο άλλο το άλογο το «3 Β.Η» με τα πράσινα τα μάτια για το πόσο σκύλες είναι ή πόσο κενό πνευματικό και ψυχικό κόσμο έχουν σε σχέση με αυτήν… τέλος πάντων, εύχομαι ο τύπος αυτός να είναι και προικισμένος και «σαβουρογάϊμορ» (α λα «σαρβάϊβορ») και η χοντρούλα να ζήσει την χαρά που προσμένει, γιατί ούτε ρατσιστής είμαι, ούτε και κανένα λογαριασμό μου χρωστά. Απλώς θεωρώ πιο φρόνιμο το να κρατά μικρό, πολύ μικρό καλάθι και να συγκεντρωθεί στο πως θα χάσει μάζα πρωτίστως. Όχι μόνο για να ζήσει πιο πολλές «χαρές» αλλά κυρίως για θέματα υγείας. Ωχ, τώρα που είπα «μάζα» θυμήθηκα τις καμπύλες στο χωροχρόνο που λέγαμε προχθές. Έλεγα λοιπόν την προηγούμενη Δευτέρα για ένα σεντόνι Τσάμπιονς Ληγκ και κάτι μπάλλες και έναν τσιμεντόλιθο, αν θυμάσαι…Λοιπόν, είναι σχετικά απλό: βάλε όπου τσιμεντόλιθος=Ήλιος, και όπου μπάλες=Πλανήτες, όπου σεντόνι χωροχρόνος. Τα παιδάκια που κρατάνε το σεντόνι άστα. Δεν μας χρησιμεύουν στην παραβολή. Αυτό είναι πολύ απλό παράδειγμα βαρυτικού πεδίου με συγκεκριμένο χωροχρόνο, που έχει σαν μεγαλύτερη μάζα του τον Ήλιο, άρα ο Ήλιος καθορίζει πως κινούνται όλοι οι υπόλοιποι. Ομοίως υπάρχουν πολλά «σεντόνια Τσάμπιονς Ληγκ» στο Σύμπαν, καθένα έχει το δικό του Ήλιο, τον δικό του χωροχρόνο. Αυτό που θέλω είπαμε-είναι να παραβιάσω, να καμπυλώσω τον χωροχρόνο και να δραπετεύσω από αυτό το σεντόνι. Για να το κάνω, πρέπει να πειράξω ή την μάζα της Γης, ή την μάζα των άλλων πλανητών, ή την ταχύτητά τους μήπως και αλλάξω κάτι στο προδιαγραφόμενο τέλος, γιατί-σου θυμίζω ξεκινήσαμε να μιλάμε για έναν πλανήτη που ενδέχεται να μας πλησιάσει-αλλά μην ξεχνάμε πως ήδη έχουμε άλλο κίνδυνο-γιατί στο παράδειγμα του «σεντονιού» -θυμίζω- η κατάληξη είναι πως όλες οι μπάλες -μετά από περίπου 1-2 λεπτά- στο τέλος πάνε και «κάθονται στον πάτο» μαζί με τον τσιμεντόλιθο, και -εκτός απροόπτου αυτό θα γίνει και με τους πλανήτες γύρω από τον Ήλιο σε κάποια φάση, αλλά όχι σε 1-2 λεπτά, παρά σε 300.000.000 χρόνια περίπου. Άρα, υπάρχει ένα Τέλος στην όλη ιστορία, όπως και να το πάρεις. Μη στενοχωριέσαι, δες το ψύχραιμα, καταρχάς δεν θα ζεις σε 300.000.000 χρόνια, οπότε μη χαλιέσαι. Για να ξεφύγω λοιπόν θα έπρεπε να κάνω δραματικές αλλαγές στην μάζα της Γης -αδύνατον- ή να πολλαπλασιάσω την περιστροφική της ταχύτητα και με κάποιο τρόπο να την μετατρέψω σε ευθύγραμμη επιτάχυνση -επίσης αδύνατον- άσε που, πες πως είχα τρόπο να κάνω τη Γη να επιταχύνει, θα ήθελα ταχύτητα τέτοια που, καταρχάς θα φυγοκεντριζόταν και θα ερχόταν όοοολο το νερό από τους Πόλους στον Ισημερινό, κι αν δεν πνιγόμουν, πες πως και για αυτό είχα λύση, θα αποκτούσα τέτοια ταχύτητα διαφυγής που θα εκτινασόμουν στο Διάστημα. Άρα, μπούρδες και με τους χωροχρόνους.  Συνεχίζουμε από βδομάδα, με τρόπους για να την κάνουμε «με ελαφρά πηδηματάκια» από την επιφάνεια της Γης.